Σύλλογος Αμπετείου

 

Πιστεύομε πως η αναφορά στους αδελφούς Αμπέτ, είναι υποχρέωσή μας. Λέγεται πως η καταγωγή τους ήταν από την Χίο με το οικογενειακό όνομα Θεοδούλου, απ΄όπου, βρέθηκαν στην Συρία στο Μπαάλμπεκ, και αμέσως μετά στο Κάιρο της Αιγύπτου.

Ο προπάππους των γνωστών μας 3 αδελφών Αμπέτ, ήρθε στην Αίγυπτο μεταξύ του 1710 και 1720, με τα δύο παιδιά του, τον Δημήτριο και τον Ιάκωβο, οπότε και άλλαξε το όνομά του σε Αμπέτ (Θεόδουλος > Αμπτ-αλλάχ>Αμπτ>Αμπέτ). Ο Ιάκωβος αποκτά τον Μιχαήλ που παντρεύεται τη Ελένη και γεννούν την Σουζάνα, τον Παύλο, τον Ραφαήλ, τον Ανανία και τον Γεώργιο.

Οι αδελφοί Ανανίας, Ραφαήλ και Γεώργιος Αμπέτ αποφασίζουν, μετά από προτροπή του Γεωργίου, να διαθέσουν ένα οικόπεδο στην συνοικία Γκουανία της Γκαμαλία (κοντά στο σημερινό Μούσκι) στο Κάίρο, και να κτίσουν ένα κτίριο, κατάλληλο για σχολείο αρρένων, το οποίο άρχισε να λειτουργεί το 1860, εξ'ού και η μαρμάρινη επιγραφή, που σύναξε, κατά παράκληση του Ανανία, ο τότε καθηγητής Ελληνικών Γραμμάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών, Φίλιππος Ιωάνου, και βρίσκεται σήμερα στην είσοδο των γραφείων της εφορείας, στο κτίριο των Χαντάικ ελ Κούμπα. Τα επίσημα εγκαίνια της Σχολής έγιναν την 31η Ιανουαρίου 1861, όπως μαρτυρεί και η πρόσκληση που έστειλε ο Ραφαήλ στον φυσικό προστάτη της Σχολής, τον Έλληνα Πρόξενο της Ελλάδας στο Κάιρο, αρ.πρωτ. 44/27.1.1861.

Οι τρεις αδελφοί Αμπέτ, απέδειξαν την προσήλωσή τους σ΄αυτό το έργο με καταγεγραμμένες πράξεις, που ισχύουν μέχρι σήμερα.

Ο Γεώργιος, μετά θάνατο, κληροδοτεί στο σχολείο 3.704 λίρες, και 20.000 τάλαντα, πολύ σεβαστό ποσό την εποχή εκείνη.

Ο Ανανίας και Ραφαήλ, συνεχίζουν το έργο και ορίζουν στη διαθήκη τους, να ασκείται η διοίκηση του σχολείου από μία Εφορία, της οποίας Πρόεδρος θα είναι ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης, στο Σινά. Εξ΄ού και οι στενοί δεσμοί, της Ιεράς Μονής και της Αμπετείου Σχολής.

Με τον ξαφνικό θάνατο του Ανανία το 1861, το Σχολείο βρίσκεται κατά 40.000 λίρες πλουσιότερο, και αργότερα ο Ραφαήλ προικίζει την Σχολή με 8.500 στρέμματα γης.

Στο όραμα και την μεγαλοψυχία αυτών των τριών αδελφών, πολλές γενεές Αιγυπτιωτών Ελλήνων οφείλουν, εκτός από την ακαδημαϊκή μόρφωσή τους, και το πιστεύω τους και το ήθος τους.

Οι αδελφοί Αμπέτ είχαν ορίσει ως πρώτη γλώσσα την ελληνική, αλλά, με την πάροδο των ετών, όλο και περισσότεροι αραβόφωνες προσήρχοντο να φοιτήσουν .

Οι διαφορές, στα παιδαγωγικά και παιδονομικά προβλήματα, υποχρέωσαν την Εφορεία να ιδρύσει το 1876 ιδιαίτερο τμήμα για τους Αραβόφωνες, με πρόγραμμα του Αιγυπτιακού Υπουργείου Παιδείας.

Το 1900, λόγω αυξανομένων όπως κάθε χρόνο μαθητών, άρχισαν να αυξάνονται και οι ανάγκες της σχολής, και γι'αυτό η εφορεία φρόντισε και βρήκε άλλο χώρο για να κτίσει τη σχολή, στην οδό ΦΟΥΑΝΤ.

Το 1955 η Αμπέτειος, αποχαιρετά το κτίριο της οδού Φουάντ, και μεταφέρεται σε ένα πολύ μεγαλύτερο κτίριο του ΝΤΕΜΕΡΝΤΑΣ.

Η λειτουργία του σχολείου ξεκίνησε με 4 τάξεις του δημοτικού και δύο του ελληνικού. Αξίζει να αναφέρομε, πως ο πρώτος Σχολάρχης ήταν Αγωνιστής του 1921, και είχε χάσει ένα μέλος του σώματός του σε μάχη, ο Αθ. Βιολέττας. Αραβικά, δίδασκε ένας μαύρος δούλος του Ραφαήλ, υιοθετημένος και φέρων το όνομα Αμπέτ, Γαλλικά δε, δίδασκε ο κ. Μπιγιάρ.

Την πρώτη χρονιά, οι μαθητές σαν σύνολο ήταν 120, όλοι Έλληνες, εκτός από 7-8 Κόπτες και Αρμενίους.

Η φοίτηση ήταν ελεύθερη, ανεξάρτητα φυλής και θρησκείας του μαθητή.

 

 

 

Ο τάφος των Αμπέτ, βρίσκεται στο Πατριαρχικό νεκροταφείο του Αγίου Γεωργίου στο Κάϊρο. Στην είσοδο του τάφου υπήρχαν τα αγάλματα του Ραφαήλ και του Ανανία, που σήμερα κοσμούν την είσοδο των γραφείων της Εφορείας στη Γάμρα.

 

Οι Αμπέτ, εκτός από την ομώνυμη Σχολή, ιδρύσαν και τον Αμπέτειο Οίκο Τυφλών, που εδρεύει στην Καλλιθέα της Αθήνας, και ευεργέτησαν την Ερμούπολη της Σύρου με μεγάλες δωρεές.

 

Ας είναι παράδειγμα προς μίμηση, στη σημερινή μας εποχή.

 

Ο Σύλλογος μας προσπαθεί με τη απέραντη αγάπη των αποφοίτων αυτής της Σχολής, να κρατήσει το πνεύμα και τις ηθικές αξίες που διδαχτήκανε σ' Αυτήν.

 

Ένας σημαντικός συνδετικός κρίκος είναι ο ΚΑΔΜΟΣ , το μαθητικό περιοδικό, που ξεκίνησε το 1946, και αναβίωσε τις ημέρες μας.